ἔθνος

ἔθνος
ἔθνος (ἔθνος, -ει, -ος; ἔθνεα acc.)
1 race, nation

μετὰ τὸ ταχύποτμον ἀνέρων ἔθνος O. 1.66

κλυτὸν ἔθνος Λοκρῶν ἀμφέπεσον O. 10.97

Λαμνιᾶν τ' ἔθνει γυναικῶν ἀνδροφόνων P. 4.252

τὸ δ' ἐλάσιππον ἔθνος ἐνδυκέως δέκονται θυσίαισιν ἄνδρες (τοὺς Ἀντηνορίδας: contra οἱ Κυρηναῖοι Σ) P. 5.85

ὅσαις δὲ βροτὸν ἔθνος ἀγλαίαις ἁπτόμεσθα P. 10.28

μέρος ἕκαστον οἱον ἔχομεν βρότεον ἔθνος N. 3.74

καὶ νῦν τεὸς μάτρως ἀγάλλει κείνου ὁμόσπορον ἔθνος (τοὺς Αἰακίδας) N. 5.43 καὶ θνατὸν οὕτως ἔθνος ἄγει μοῖρα (Heyne: οὕτω σθένος) codd.) N. 11.42

πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ Μερόπων ἔθνεα I. 6.32

Πανελλάδος, ἅν τε Δελφῶν ἔθνος εὔξατο λιμοῦ θ[ Pae. 6.64

]εθνος αιδ[ Πα. 12c. 4. ἦν ὅτε σύας Βοιώτιον ἔθνος ἔνεπον fr. 83.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἔθνος — number of people living together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έθνος — Τίτλος εφημερίδων. 1. Ημερήσια αθηναϊκή καθημερινή εφημερίδα με εκδότη τον Σπυρίδωνα Νικολόπουλο (1913), ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της έως τον θάνατό του (1938). Έπειτα από διάφορες διακοπές της έκδοσής της, που οφείλονταν στην οξύτητα των… …   Dictionary of Greek

  • έθνος — το ους, πληθ. η, σύνολο ανθρώπων που έχουν συναίσθηση της κοινής τους καταγωγής, κοινή ιστορία, κοινό πολιτισμό, κοινά ιδεώδη, κοινές παραδόσεις, κοινά ήθη και έθιμα και συνήθως κοινή γλώσσα και θρησκεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔθνει — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἔθνεϊ , ἔθνος number of people living together neut dat sg (epic ionic) ἔθνος number of people living together neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνη — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνοῖν — ἔθνος number of people living together neut gen/dat dual (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνέων — ἔθνος number of people living together neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνῶν — ἔθνος number of people living together neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνεα — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνεος — ἔθνος number of people living together neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνεσι — ἔθνος number of people living together neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”